Βότανα

Δίκταμο: Το πολύτιμο βότανο της Κρήτης και οι θεραπευτικές του ιδιότητες

Τι είναι το δίκταμο;

Το δίκταμο (Origanum dictamnus), ή αλλιώς έρωντας, είναι ένας μικρός «χνουδωτός» πράσινος θάμνος, που αποτελεί ενδημικό είδος του νησιού της Κρήτης. Φυτρώνει τόσο σε περιοχές στο ύψος της θάλασσας όσο και σε βουνά μεγάλου υψόμετρου.

Τα φρέσκα ή αποξηραμένα εναέρια μέρη του δίκταμου έχουν χρησιμοποιηθεί από την αρχαιότητα για τις ευεργετικές ιδιότητές τους. Η πιο συχνή μορφή κατανάλωσής του είναι ως τσάι, αλλά παρασκευάσματα όπως το εκχύλισμα και τα αιθέρια έλαια δίκταμου είναι εξίσου γνωστά.

Τα τελευταία χρόνια η έρευνα έχει επικεντρωθεί ιδιαίτερα στην χρήση του δίκταμου για θεραπευτικούς σκοπούς και έχουν προκύψει αρκετά πολλά υποσχόμενα αποτελέσματα.

Ποιες είναι οι παραδοσιακές χρήσεις του δίκταμου;

Από την αρχαιότητα το δίκταμο θεωρούνταν «πανάκεια» και τα εναέρια μέρη του φυτού χρησιμοποιούνταν ως θεραπεία για σχεδόν κάθε ασθένεια και τη διατήρηση γενικώς της καλής υγείας.

Μερικές από τις πιο γνωστές χρήσεις του αφορούν την αντιμετώπιση στομαχικών διαταραχών, γαστρικών ελκών, ρευματικών πόνων, γυναικολογικών παθήσεων και τη διευκόλυνση του τοκετού. Ο Ιπποκράτης χρησιμοποιούσε επίσης το δίκταμο για τη θεραπεία παθήσεων της χοληδόχου κύστης, της φυματίωσης, αλλά και για την επούλωση πληγών.

Στις μέρες μας, το εκχύλισμα δίκταμου χρησιμοποιείται παραδοσιακά ως τονωτικό, εμμηναγωγό, υποβοηθητικό του τοκετού, αντισπασμωδικό, χωνευτικό, διουρητικό, κατά της αμυγδαλίτιδας, του κρυολογήματος, του βήχα, του διαβήτη, της ουλίτιδας, των στομαχικών, νεφρικών και ηπατικών διαταραχών.

Το τσάι δίκταμου χρησιμοποιείται για να βοηθήσει στην πέψη, καθώς και να ανακουφίσει από πονοκεφάλους, νευραλγίες, ουλίτιδα, πονόδοντο, αμυγδαλίτιδα, πονόλαιμο, βήχα, στομαχόπονο και πόνους λόγω αρθρίτιδας.

Τέλος, η τοπική χρήση του δίκταμου θεωρείται πως έχει αντισηπτικές, αντιφλεγμονώδεις και αντιαιμορραγικές ιδιότητες, ενώ είναι επίσης αποτελεσματική στην επούλωση πληγών και μωλώπων.

Ποια είναι τα επιστημονικά αποδεδειγμένα οφέλη υγείας του δίκταμου;

Αντιμικροβιακή δράση του δίκταμου

Η παραδοσιακή χρήση του δίκταμου για την θεραπεία των γαστρικών ελκών έχει επιβεβαιωθεί από in vitro μελέτες, όπου παρατηρήθηκε ισχυρή δράση του εκχυλίσματός του ενάντια στο βακτήριο Helicobacter pylori, που ευθύνεται σε μεγάλο ποσοστό για την εμφάνιση των ελκών αυτών.

Το μεθανολικό εκχύλισμα δίκταμου έχει παρουσιάσει επίσης αντιμικροβιακή δράση ενάντια σε Gram αρνητικά βακτηριακά στελέχη, όπως τα Acinetobacter haemolyticus, Empedobacter brevis, Pseudomonas aeruginosa και Klebsiella Pneumonia.

Το αιθέριο έλαιο δίκταμου, που προέρχεται από τα εναέρια μέρη του φυτού, είναι πλούσιο σε φαινολικές ενώσεις, όπως η θυμόλη και η καρβακρόλη, οι οποίες είναι γνωστές για τις ισχυρές αντιμικροβιακές τους ιδιότητες. Η αντιμικροβιακή δράση φαίνεται να εξαρτάται κυρίως από την περιεκτικότητα του φυτού σε καρβακρόλη, η οποία με τη σειρά της εξαρτάται από τη μέθοδο καλλιέργειας.

Μερικά παθογόνα βακτήρια ενάντια στα οποία παρουσίασε σημαντική αντιβακτηριδιακή δράση, σύμφωνα με μελέτες, το αιθέριο έλαιο δίκταμου είναι τα: Staphylococcus aureus, Staphylococcus epidermidis, Staphylococcus mutans, Penicillium aeruginosa, Escherichia coli και Klebsiella pneumoniae.

Αντιοξειδωτική δράση του δίκταμου

Ένα από τα σημαντικότερα οφέλη υγείας του δίκταμου αποτελεί η ικανότητά του να απομακρύνει τις βλαβερές ελεύθερες ρίζες, που μπορούν να προκαλέσουν σοβαρές βλάβες στα κύτταρα. Η ευεργετική αυτή δράση είναι πιθανότατα αποτέλεσμα της υψηλής περιεκτικότητας του φυτού σε πολυφαινολικές ενώσεις και φλαβονοειδή.

Μελέτες έχουν δείξει πως το μεθανολικό εκχύλισμα δίκταμου έχει αντιοξειδωτική δράση παρόμοια με αυτή της α-τοκοφερόλης, ενώ το υδατικό εκχύλισμα φαίνεται να παρουσιάζει την ισχυρότερη αντιοξειδωτική δράση. Σύμφωνα με τα ευρήματα αυτά, το τσάι δίκταμου, που αποτελεί ένα είδος υδατικού εκχυλίσματος, θεωρείται ιδιαίτερα ευεργετικό προς κατανάλωση.

+ 1 πηγές

©2019 WikiHealth All Rights Reserved

Dittany of Crete: a botanical and ethnopharmacological review https://pubmed.ncbi.nlm.nih.gov/20633631/