Μολυσματικές ασθένειες

Η COVID-19 μπορεί να προκαλέσει σύνδρομο χρόνιας κόπωσης;

Το σύνδρομο χρόνιας κόπωσης είναι μια εξουθενωτική κατάσταση που παρατηρείται σε ασθενείς που ανάρρωσαν από COVID-19 αλλά συνεχίζουν να αντιμετωπίζουν μακροπρόθεσμα συμπτώματα, σύμφωνα με μια μελέτη που δημοσιεύθηκε πρόσφατα στο JACC: Heart Failure.

Η COVID-19 μπορεί να προκαλέσει σύνδρομο χρόνιας κόπωσης;

Οι ερευνητές ανακάλυψαν ότι σχεδόν οι μισοί από τους 41 ασθενείς που συμπεριλήφθηκαν στη μελέτη, μετά την ανάρρωσή τους από COVID-19 υπέφεραν από συμπτώματα πυρετού, πόνου, κόπωσης και κατάθλιψης που έχουν συσχετιστεί εδώ και καιρό με την χρόνια κόπωση, γνωστή και ως μυαλγική εγκεφαλομυελίτιδα ή σύνδρομο χρόνιας κόπωσης.

Η χρόνια κόπωση είναι μια ιατρικά ανεξήγητη ασθένεια, που χαρακτηρίζεται από σοβαρή κόπωση που περιορίζει την καθημερινή δραστηριότητα των ασθενών για τουλάχιστον έξι μήνες, σύμφωνα  με τη συγγραφέα της μελέτης Δρ. Donna Mancini, καθηγήτρια στο Icahn School of Medicine στο Mount Sinai στη Νέα Υόρκη. Όπως εξήγησε, «η χρόνια κόπωση συνήθως συνοδεύεται από αόριστα συμπτώματα, όπως ο μη αναζωογονητικός ύπνος, η αδιαθεσία μετά την άσκηση, η ψυχική ομίχλη, η ζάλη, οι μυϊκοί πόνοι και ο πονόλαιμος».

Τα Κέντρα Ελέγχου και Πρόληψης Νοσημάτων των ΗΠΑ εκτιμούν ότι κάπου 800.000 με 2,5 εκατομμύρια Αμερικανοί επηρεάζονται από το σύνδρομο της χρόνιας κόπωσης, ενώ περίπου το ένα τρίτο από αυτούς, αναπτύσσουν το εν λόγω σύνδρομο μετά από κάποια ιογενή ασθένεια. Η Δρ. Mancini, αναφερόμενη στους ασθενείς που ανάρρωσαν από COVID-19 , αλλά συνέχισαν να αντιμετωπίζουν μακροπρόθεσμα συμπτώματα, υπογράμμισε ότι «προς έκπληξή της η ερευνητική ομάδα διαπίστωσε ότι το 50% των ασθενών που μελετήθηκαν πληρούσαν τα κριτήρια για σύνδρομο χρόνιας κόπωσης».

Οι ασθενείς που συμμετείχαν στη μελέτη ήταν 23-69 ετών, οι οποίοι 3 – 15 μήνες μετά την αρχική τους διάγνωση συνέχισαν να αντιμετωπίζουν συμπτώματα, πράγμα που σημαίνει ότι υπέφεραν από μακροχρόνιες επιπλοκές της νόσου COVID-19. Όλοι οι συμμετέχοντες ταλαιπωρούνταν από επίμονη ανεξήγητη δύσπνοια και συγκεκριμένα 9 στους 10 αντιμετώπιζε ένα είδος γρήγορης αναπνοής (υπεραερισμός) κατά την διάρκεια της άσκησης, που φυσιολογικά σχετίζεται με το άσθμα.

Παρόλο που τέτοια προβλήματα αναπνοής δεν ήταν ασυνήθιστα στους ασθενείς που ανάρρωσαν από COVID-19, θεωρήθηκαν «ανεξήγητα» επειδή συνήθως είναι αποτέλεσμα βλάβης των πνευμόνων ή της καρδιάς που προκαλείται από τη νόσο, αλλά σε αυτούς τους ασθενείς δεν υπήρχε καμία εμφανής βλάβη. Μάλιστα, οι περισσότεροι νόσησαν ήπια και δεν χρειάστηκαν καν θεραπεία ή νοσηλεία.

Οι ερευνητές, για να κατανοήσουν καλύτερα το τι είναι αυτό που οδηγεί στην εμφάνιση αυτών των συμπτωμάτων, πραγματοποίησαν ένα τεστ για να αξιολογήσουν τα μοτίβα της αναπνοής των συμμετεχόντων κατά τη διάρκεια της άσκησης και κατά τη διάρκεια μιας τυπικής καθημερινής ρουτίνας. Επιπρόσθετα, ζητήθηκε από τους συμμετέχοντες να υποδείξουν (α) τα μοτίβα κόπωσης που βίωσα τους προηγούμενους έξι μήνες και (β) τυχόν δυσκαμψία στις αρθρώσεις, μυϊκούς πόνους, προβλήματα ύπνου και συγκέντρωσης και άλλα θέματα που σχετίζονται με την άσκηση.

Διαπιστώθηκε λοιπόν, ότι συνολικά το 46% των συμμετεχόντων είχε αναπτύξει σύνδρομο χρόνιας κόπωσης μετά την COVID-19. Η Δρ.  Mancini, υπογράμμισε ότι αυτό το αποτέλεσμα είναι ιδιαίτερα ανησυχητικό, δεδομένου ότι σε πολλές περιπτώσεις, η αρχική μόλυνση δεν ήταν σοβαρή ή απειλητική για τη ζωή των ασθενών.

Όποιος έχει COVID-19 κινδυνεύει να αναπτύξει σύνδρομο χρόνιας κόπωσης;

Ο Δρ. Colin Franz, επίκουρος καθηγητής φυσικής ιατρικής και αποκατάστασης και νευρολογίας στην Ιατρική Σχολή Feinberg του Πανεπιστημίου Northwestern στο Σικάγο, εξετάζοντας τα ευρήματα της μελέτης εξέφρασε την ανησυχία του λέγοντας ότι δυνητικά «όποιος νοσεί με COVID-19 θα μπορούσε να αναπτύξει σύνδρομο χρόνιας κόπωσης».